Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΚΑΤΣΑΜΠΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΟΥ ΑΠ.Θ. ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ

Αγαπητοί προσκεκλημένοι, Ευρυτάνες και μη,  που βρίσκεσθε εδώ σήμερα  στην εκδήλωση τιμής και μνήμης του Χριστόφορου Κατσάμπα.

Ευχαριστώ τον πρόερδο της Εταιρείας Ευρυτάνων Επιστημόνων κ. Ιωάννη Ζούμπο και το Δ.Σ.της Εταιρείας αυτής για την τιμή που μου έκαμαν και τους εκφράζω τα θερμά μου συγχαρητήρια για την ευγενική αυτή εκδήλωση.

Στην εκδήλωση αυτή, η Εταιρεία Ευρυτάνων Επιστημόνων, με κάλεσε να μιλήσω για  το ξεκίνημα του Χριστόφορου Κατσάμπα στη ζωή,στα γράμματα και στα πρώτα βήματά του ως επιχειρηματία όπως ο ιδιος  λυτά τα περιγράφει στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Πιστεύοντας εις το μέλλον,το 1966. Τα χρόνια που πέρασε,  αρχίζει τον πρόλογο η γενεά μου ήταν πολυκύμαντα. Πόλεμοι, επαναστάσεις ,μεταπολιτεύσεις, ξερριζώματα, κατοχές.Και συνεχίζει, μέσα εις αυτόν τον κυκενεώνα ,οι άνθρωποι έπρεπε να ζήσουν ,να μορφωθούν,να εργαστούν.

Κέντρο της φιλοσοφίας της πολιτικής και της πρακτικής του Χριστόφορου Κατσάμπα σε όλες του τις πράξεις και σ όλες του τις εκδηλώσεις, είτε ως ανθρώπου είτε ως επιχειρηματία  ήταν ο άνθρωπος και η εργασία.  Ο άνθρωπος, οι ανάγκες του,υλικές και πνευματικές , να του δώσουμε προοπτική και ελπίδα για  καλύτερο αύριο, για καλύτερο μέλλον είτε προσφέροντάς του εργασία (δουλειά)  είτε προσφέροντάς  του εφόδια για να διεκδικήσει τη ζωή με καλύτερα μέσα:  Ιδρύοντας και λειτουργώντας εργοστάσια σε περιοχές που με επιχειρηματικά κριτήρια  είναι, ακόμη και σήμερα μη επιλέξιμες, ιδρύοντας και λειτουργώντας σχολεία και οικοτροφεία, ενισχύοντας  πλήρως  εκείνους που εισάγονταν  σε ανώτερες και ανώτατες σχολές, ενισχύοντας   ακόμη  και εκείνους  που συνέχισαν μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό.

Ποιος αλήθεια επιχειρηματίας θα αποφάσιζε να επενδύσει, να δημιουργήσει εργοστάσιο στο Καρπενήσι, σε μια πόλη, δυστυχώς, εκτός των οδικών αξόνων της χώρας με προβληματικές μεταφορικές υποδομές (ας μην ξεχνάμε ότι  και το 1977 το οδικό δίκτυο του νομού είχε μόλις λίγες δεκάδες  χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένα),χωρίς βιομηχανική παράδοση  και κουλτούρα ( είχε μόνο εργαστήρια - καμίνια,γύφτους στην ντόπια λαλιά, να γεμίζουν τα στόματα των  τσαπιών για την καλιέργεια της δύσκολης ευρυτανικής γεωργικής γής) ; Πόσοι θα βάζανε πάνω από το επιχειρηματικό συμφέρον την ενίσχυση του τόπου του, να δώσει δουλειά  στον κόσμο, να τον κρατήσει στον τόπο που γεννήθηκε; Ποια δράση προσφέρει περισσότερα στο τόπο από την ίδρυση και λειτουργία  Σχολείων και Οικοτροφείου, όπως έγινε με το Κατσάμπειο οικοτροφείο και το Κατσάμπειο Γυμνάσιο  στον Προυσό, από το 1970 περίπου, για να μένουν οι φτωχοί ευρυτάνες και όχι μόνο μαθητές, με πλήρη υποστήριξη στη λειτουργίας τους; Υπάρχει  άραγε, αποτελεσματικότερη δράση από αυτή  για την περιφερειακή ανάπτυξη, για την ενίσχυση της υπαίθρου, την απερήμωσή της, φράσεις που τόσο πολύ είναι του συρμού τα τελευταία χρόνια, από την ίδρυση και λειτουργία ενός εργοστασίου; 

Όλα αυτά ήταν συνέπεια της φιλοσοφίας και της πίστης του Χριστόφορου Κατσάμπα ότι όλα γίνονται  κατορθωτά μέσα από την εργασία. Γράφει στην αυτοβιογραφία του : « Η εργασία είναι μια χαρά της ζωής, ίσως η δικαίωσις της υπαρξεώς μας. Ολην μου την ζωήν  ειργάσθην με ζήλον και η μόνη παραίνεσις προς τους νέους είναι αυτή: ¨Να αγαπάτε την εργασίαν σας». Με την αγάπην αυτήν η εργασία δεν γίνεται ποτέ άγχος, αλλά στήριγμα της ζωής, κυψέλη ελπίδων, ζωογόνος πνοή, πορεία προς την πρόοδον.» 

Αλήθεια, τι άλλο είχε στη ζωή του ο ίδιος εκτός από την εργασία του;

 Ο Χριστόφορος  Κατσάμπας του Αριστείδη  από τον Προυσό Ευρυτανίας και της Αναστασίας από την Προστοβά Τριχωνίδας, γεννήθηκε στην Νερομάνα Τριχωνίδας την 6η Αυγούστου του 1893.  Η οικογένεια Κατσάμπα  κατάγεται από το Σούλι,  από όπου φεύγει προ του 1800   από τις διώξεις των τουρκαλβανών  και εγκαθίσταται  στον Προυσό Ευρυτανίας, όπου «παίρνει» αυτή τη μορφή και το επωνυμό της: Από Καπέρδας  που είναι το επώνυμο, αποκαλείται Κοτζάμπασης ως αρχηγός διακεκριμένης σουλιώτικης οικογένειας και στον Προυσό καταλήγει Κατσάμπας. Από τον Προυσό ο παππούς του με τον πατέρα του και τα αδέλφια του  φεύγει το 1860 και εγκαθίσταται στη Νερομάνα. Εκεί,  παντρεύεται ο πατέρας του την Αναστασία από την Προστοβά Τριχωνίδος και γεννιέται ο Χριστόφορος. Η οικογένειά του είναι ανάμεσα στις εύπορες του χωριού και το σπίτι του πάντα ανοικτό για τους ξένους και τους ταξιδιώτες. Λίγες φορές τρώγαμε μόνοι μας  στο σπίτι αναφέρει στο βιβλίο του ο ίδιος.  Τα δύο  πρώτα χρόνια του σχολείου πηγαίνει στο χωριό του . Τα δύο επόμενα, Τρίτη και Τετάρτη τάξη, δεν έχει δάσκαλο στο χωριό του και πηγαίνει  με τα πόδια, στο σχολείο της Προστοβάς,  μια ώρα μακριά. Στη Προστοβά έχει ένα νέο δάσκαλο, το Θεοδόση Παπαθέου, με τη βοήθεια του οποίου  αποκτά τέτοια κατάρτιση ώστε στις εισιτήριες  εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο Προυσού αριστεύει.

Τελειώνει το δημοτικό το  1904   και ο πατέρας του επιλέγει να συνεχίσει στο Ελληνικό Σχολείο του Προυσού και όχι  σε αυτό του Θέρμου (που είναι μόλις 2,5 ώρες μακριά) ή του Αγρινίου (που είναι 4 ώρες), αλλά του Προυσού που είναι 6 ώρες  και από δυσκολότερους και ορεινότερους δρόμους. Αυτό, γίνεται επειδή ο πατέρας του είναι σίγουρος ότι  το σχολείο του Προυσού είναι καλό, η ζωή πειθαρχημένη και τα παιδιά εκεί μαθαίνουν γράμματα.  

Ο Προυσός   είναι πρωτεύουσα του Δήμου Αρακυνθίων, έχει περίπου 2.200 κατοίκους με Ειρηνοδικείο, Συμβολαιογραφείο, Αστυνομία, Τηλεγραφείο, Μονοπώλιο  και  ένα καλό κτίριο ως σχολείο, δωρεά του Αγαθίδη,  ενός Προυσιώτη Καθηγητή στο Λονδίνο που επίσης δώρησε και τη σπουδαία βιβλιοθήκη του την Αγαθίδειο με βιβλία έκδοση Λειψίας. Εκτός από το κτίριο είχε και αξιόλογους δασκάλους,  η εποπτεία  όλων προς τους μαθητάς των ήταν τέτοια ώστε τα παιδιά να μαθαίνουν γράμματα.   « Το ορεινόν και άγονον του εδάφους, το τραχύ του κλίματος, ή ελλειψις πάσης ευμαρείας και πολυτελείας και η αυστηρότητης του περιβάλλοντος , εδημιούργουν χαρακτήρας και ενέπνεον  το αίσθημα της αυτοπεποιθήσεως» , όπως σημειώνει στην αυτοβιογραφία του ο ίδιος.

Στον Προυσό,  μένει  στο σπίτι μιας πολύ φτωχής εξαδέλφης του χωρίς παιδιά που βρίσκεται στο συνοικισμό «Κούλι» μισή ώρα μακριά από το σχολείο. Ζει τους καυμούς και τις απογοητεύσεις της φτωχής αυτής οικογένειας.  Συμμετέχει στις δουλειές του σπιτιού φροντίζοντας τα ζώα της οικογένειας (μια γελάδα και λίγα πρόβατα ), βγάζοντας «μελά» από τα έλατα μες τα χιόνια. Περνά μια ζωή πολύ σκληρή η οποία όπως ο ίδιος ομολογεί του έκανε πολύ καλό. «Η στέρησις και η σκληραγωγία μου εδημιουργούσαν συναίσθημα  αντιδράσεως και αυτοπεποίθησιν». Και ακόμη : « Αυτή η ζωή μου δημιούργησε φιλοδοξίες και όνειρα, μου έδωσε θάρρος και αυτοπεποίθησιν, με έκαμε καλόν μαθητήν με συνεχή προσπάθεια να διακρίνομαι παντού, στα γράμματα, στην καλή συμπεριφορά, στην προθυμία προς εξυπηρέτησιν του πλησίον. Το Αγαθιδειον, ως επωνομάζεται το Σχολείον εκ της δωρεάς του αειμνήστου  Αγαθίδη, μου είχεν επηρεάσει τόσον πολύ την νεανική μου ψυχήν, ώστε πολλές φορές, κατά μόνας, έκανα όνειρα, πως θα μπορούσα και εγώ άμα μεγαλώσω να κάνω κάτι παρόμοιον».  Αυτό, ήταν μια ευχή παρόμοια με εκείνη του Καραισκάκη  μπροστά στο νεκρό του Μάρκου Μπότσαρη στο Μοναστήρι της Παναγίας Προυσιώτισσας που αφορούσε όμως τα γράμματα. Και πράγματι, όταν ήρθε ο καιρός, έκανε ο Χριστόφος Κατσάμπας,  κάτι παρόμοιον δηλαδή το Κατσάμπειον οικοτροφείο και Γυμνάσιο.

Τον Ιούνιο του 1907, τελειώνει το Σχολαρχείο του Προυσού και επιστέφει στο χωριό του, όπου μετα από συζήτηση  με τον πατέρα του, απορρίπτεται η πρόταση να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου βρίσκονται συγγενείς του και μπαίνει μπροστά η προσπάθεια υλοποίησης της επιθυμίας του, που πλέον την εκφράζει και στον πατέρα του , να γίνει έμπορος. Μαθαίνουν ρωτώντας συνήθης πρακτική της εποχής, ότι στην Πάτρα λειτουργεί Εμπορική Σχολή και με την προτροπή και  την στήριξη του πατέρα του  αποφασίζουν να πάνε στην Πάτρα. Ετσι φθάνει στην Πάτρα το Σεπτέμβριο του 1907  και δίνει  εισαγωγικές εξετάσεις  στην Εμπορική Σχολή, φορώντας τσαρούχια, ιδιαίτερο γνώρισμα  των κατοίκων της ορεινής Ρούμελης, ενώ όλοι οι άλλοι φορούσαν παπούτσια, όπου  και αριστεύει. Μάλιστα  στις εξετάσεις των Γαλλικών, τα οποία γνωρίζει ελάχιστα και μιλάει με την έντονη την Ρουμελιώτικη προφορά,  παίρνει μπράβο μέσα από διάφορες συμπτώσεις,  πράγμα που γίνεται αιτία να διαδοθεί στους άλλους υποψήφιους μαθητές, ότι ο βλάχος με τα τσαρούχια ξέρει και σπουδαία Γαλλικά και έτσι με αυτή την επιτυχία του γίνεται αποδεκτός από τους άλλους μαθητές. Να σημειώσουμε ότι ο ίδιος αποδίδει την επιτυχία του στις εξετάσεις «εις την αρτίαν κατάρτισιν που ελάμβανον οι μαθητές οι φοιτώντες εις το Ελληνικόν Σχολείον Προυσού  και ευγνωμονούσα τον πατέρα μου που με έστειλε εις αυτό το σχολείον».

Τελείωσε την Εμπορική Σχολή τον Ιούνιο του 1911 και προσλαμβάνεται από τον έμπορο χονδρικής πώλησης υφασμάτων Βασίλη Μαραγκόπουλο, ως λογιστής ή Γραμματικός, με 60 δραχμές μηνιαίο μισθό. Εργάζεται από την 6,00  το πρωί μέχρι και τις 10-10,30 το βράδυ κάνοντας όλες τις δουλειές (λογιστικά, αλληλογραφία, εκτελωνισμούς, κ.τ.λ), κερδίζοντας  την συμπάθεια και την αναγνώριση από όλους τους εργαζόμενους και τον προϊστάμενό του. Στα μέσα του 1912   η αναγνώριση αυτή επιβραβεύεται  και με αύξηση του μισθού του.

Τον Σεπτέμβριο του 1912 προσλαμβάνεται από τον Μαραγκόπουλο ο Σταμούλης Στράτος με τον οποίο ο Χριστόφορος Κατσάμπας συνδέεται με φιλία που θα εξελιχθεί και στη συνέχεια σε επιχειρηματική συνεργασία.

Από τον Δεκέμβριο του 1913 μέχρι  τον  Ιούνιο του 1916 υπηρετεί την στρατιωτική του θητεία, το περισσότερο  διάστημα στην Πάτρα, οπότε μπορεί να εργάζεται και στη δουλειά του τα απογεύματα.

Με την απόλυσή του από το στρατό ξεκινάει μαζί με το Σταμούλη Στράτο τις πρώτες «ερασιτεχνικές» προσπάθειες εμπορίας, μεταπωλώντας χρώματα σε βαφείο νημάτων,  οι οποίες  όμως γίνονται επαγγελματικές  μετά τον Ιούνιο του 1917, όταν ο Σταμούλης Στράτος αποχωρεί από την εργασία του στον Μαραγκόπουλο.

Ο Χριστόφορος Κατσάμπας  επιστρατεύεται ξανά τον Απρίλιο του 1918, και  απολύεται  στα μέσα του 1919, με τη λήξη του πολέμου. Ο Μαραγκόπουλος του έχει υποσχεθεί  συμμετοχή στα κέρδη, λόγω της εργασίας και του αποτελέσματος που έχει. Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή  είναι  μια εμπόλεμη κατάσταση, με εξάμηνο αποκλεισμό  από τους Αγγλους με ελλείψεις, κ.λ.π., αλλά η εργασία του νεαρού υπαλλήλου έχει αποδώσει σημαντικά κέρδη στην επιχείρηση Μαραγκόπουλου.

  Ο Σταμούλης Στράτος εν τω μεταξύ έχει συνεταιρισθεί  με πατρινό επιχειρηματία που έχει βαφείο  και κάποιο κεφάλαιο και παράγουν και εμπορεύονται κάλτσες και μαντήλια.

Το Φθινόπωρο του 1919 αποχωρεί από την εταιρεία του Μαραγκόπουλου με αφορμή την αθέτηση υπόσχεσης  για συμμετοχή του στα κέρδη  και το Νοέμβριο του 1919 ιδρύει την «Πατραϊκή Εμποροβιομηχανική Εταιρεία», μαζί με τους Σταμούλη Στράτο, Αριστείδη Ζαφειρόπουλο (που συμμετέχουν με 28% ο καθένας) και τον Τιμολέοντα Εμμανουήλ, που συμμετέχει με 16%,  με αντικείμενο την παραγωγή – εμπορία καλτσών, καλεμκεριών (μανδήλια κεφαλής), βαφή εμπορία νημάτων και άλλων ψιλικών, με σκοπό την ίδρυση Κλωστοϋφαντουργικής Βιομηχανίας με την πρώτη ευκαιρία. Το 1919, όταν  με το Σταμούλη Στράτο συνυπογράφουν το ιδρυτικό της Πατραϊκής, ορκίστηκαν ότι «δεν θα αφήσωμεν ποτέ να παρέλθη εικοσιτετράωρον χωρίς να λύσωμεν φιλικά και μόνοι μας, χωρίς μεσολάβησιν οιουδήποτε τρίτου, πάσαν διαφοράν ή παρεξήγησιν που ήθελεν προκύψει είτε εις την εργασίαν είτε εν τη οικογενεία ακόμη...»

 Με προσωπική εργασία με περιοδείες σ όλη τη χώρα για να κάνουν πωλήσεις,  η εταιρεία έχει καλή πορεία και σημαντικά κέρδη, παρά τον πόλεμο και την μικρασιατική καταστροφή που ακολούθησε (περίοδο που έχει ξανα επιστρατευθεί, από Ιούλιο 1921-Απρίλιο 1922).Συμμετέχει στην Επιτροπή  Προσφύγων και ουσιαστικά οργανώνει τις διαδικασίες υποστήριξής τους (συσίτια, κ.τ.λ.), εργασία που αναγνωρίστηκε από όλους και καθιέρωσε τον Χριστόφορο στους επιχειρηματικούς και κοινωνικούς κύκλους της πόλης .

Τους πρώτους μήνες του 1923, η Πατραϊκή Εμπορική Εταιρεία ιδρύει και τμήμα Ταπητουργείου  με τη συμβολή των προσφύγων που γνώριζαν την τέχνη. Άλλη μια αναγνώριση της προσφοράς των προσφύγων στην ανάπτυξη της χώρας.

Το 1924 μετατρέπεται η εταιρεία σε Ανώνυμη με κεφάλαιο 10.000.000 δραχμών  και συμμετοχή και άλλων επιχειρηματιών της πόλης και  μελετούν την ίδρυση κλωστηρίου Βάμβακος. Στην αναζήτηση προσφορών και  σε επίσκεψη  στον  αντιπρόσωπο των Αγγλικών Εργοστασίων κατασκευής μηχανημάτων, η πρώτη ερώτηση που του έκαναν ήταν: « τι προμήθεια  θέλετε να υπολογίσω για εσάς;  Του απαντώ:  Με συγχωρείτε, δεν πρόκειται να πάρω καμμιά προμήθεια, η δουλεία είναι δική μου. Φαίνεται ότι επεκράτει γενικώς η συνήθεια της προμηθείας» ,  όπως ο ίδιος σημειώνει. Ισως αυτό δεν άλλαξε μέχρι και σήμερα και είναι όπως προκύπτει συνήθης πρακτική.

Μεταβαίνει ο ίδιος το 1925  στη Γερμανία και μετά από διαπραγματεύσεις πετυχαίνει έκπτωση 20% στη τιμή αγοράς και πίστωση για την εξόφληση, πράγματα πολύ δύσκολα για την εποχή, για τις συνήθειες των Γερμανών και για Έλληνα Επιχειρηματία. Το  Σεπτέμβριο του 1926 ξεκινάει τη λειτουργία του το  νέο κλωστήριο .

Το 1927 αποφασίζεται επέκταση του κλωστηρίου και  η δημιουργία Υφαντηρίου, με αγορά μηχανημάτων από τη Γερμανία, τα οποία εγκαταστάθηκαν και λειτούργησαν από το 1928.

Την ιδια χρονιά (το 1928) παντρεύεται την Χρυσή Παπασπύρου, πολύτιμο σύντροφο της ζωής του, με την οποία απέκτησε την Χριστίνα, τη Σοφία και τον Αριστείδη.

Το 1929 - 30 λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης  πολλά εργοστάσια  κλείνουν.  Μια από τις ανταγωνιστικές εταιρείες είναι  η Ανώνυμος Εταιρεία Πειραϊκών Επιχειρήσεων, η οποία  το 1931 έχει τόσες ζημιές, που η τράπεζα, η Εθνική, τοποθετεί τοποτηρητή.  Στην προσπάθειά της να βρεί λύση για την εταιρεία η Τράπεζα, απευθύνεται στον Κατσάμπα με πρόταση να αναλάβει την διεύθυνσή της. Μετά από συζητήσεις  και πρόταση του Κατσάμπα,  επιτυγχάνεται η συγχώνευση των δύο εταιρειών, η δημιουργία νέας με την επωνυμία «Πειραϊκή – Πατραϊκή» και με τη στήριξη της Εθνικής Τράπεζας, η οποία ξεκινάει να λειτουργεί από τα μέσα του 1932 και έμελε να γράψει την ιστορία της Κλωστοϋφαντουργίας στην Ελλάδα.

Να σημειωθεί ότι για τη λειτουργία του Κλωστηρίου – Υφαντηρίου στην Πάτρα, προσλαμβάνει και φέρνει έμπειρους εργαζόμενους από τον Πειραιά, όπου υπήρχαν εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας,  ενώ προετοιμάζει με τους ξένους τεχνικούς (Γερμανούς)  που επίσης προσλαμβάνει,  τη δημιουργία στελεχών για την ανάπτυξη της εταιρείας.

Αγαπητοί προσκεκλημένοι,

Η πίστη του Κατσάμπα στην εργασία και στην  εκπαίδευση του ανθρώπου  ήταν πάντα στο κεντρικό του πιστεύω.

 Γράφει στην αυτοβιογραφία: “Παραδίδων εις την δημοσιότητα την αυτοβιογραφίαν μου αυτήν, είμαι υπερήφανος διότι δύναμαι να είπω και διά τον εαυτόν μου την «Προσευχή του ταπεινού» του αλησμονήτου συμπατριώτου μου ποιητού Ζαχαρία Παπαντωνίου: Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά σου λέω την προσευχή μου. Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ τη δική μου.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...